ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΓΛΩΣΣΑ, ΔΙΑΦΟΡΑ, ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

- AΠΟ ΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ, ΣΤΗ ΒΕΝΖΙΝΗ (CLAIR PATTERSON)



(Aπό τη Wikipedia, και το επεισόδιο της σειράς "Cosmos: A Spacetime Odyssey" του Neil deGrasse Tyson, με τίτλο "The Clean Room").


O Clair (Pat) Patterson ήταν Αμερικανός γεωφυσικός και ο άνθρωπος που πρώτος προσδιόρισε με μεγάλη ακρίβεια την ηλικία της Γης, αλλά και αυτός που πρωτοστάτησε για την κατάργηση των προϊόντων που περιείχαν μόλυβδο, κυρίως τα πρόσθετα της βενζίνης, από τη ζωή των ανθρώπων.
Ο Patterson γεννήθηκε το 1922 στην Iowa των ΗΠΑ, και σπούδασε χημικός αρχικά και γεωφυσικός στη συνέχεια.
Αρχικά εργάστηκε στο πανεπιστήμιο το Σικάγο, ενώ από το 1952 και μέχρι το τέλος της καριέρας του εργάστηκε στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια, το γνωστό Caltech.
Όταν εργάζονταν ακόμα στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, του ζητήθηκε να χρησιμοποιήσει μια νέα μέθοδο που είχε αναπτυχθεί από Η. Brown, για να προσδιορίσει την ηλικία της Γης.

Σκηνή από την ταινία κινούμενων σχεδίων “The Clean Room” της σειράς "Cosmos: A Spacetime Odyssey" του Neil deGrasse Tyson, που παρουσιάζει τον Patterson (αριστερά) να παίρνει το δείγμα για τον προσδιορισμό της ηλικίας της Γης.

Η ηλικία της Γης μέχρι τότε ήταν αποτέλεσμα κυρίως θρησκευτικών πεποιθήσεων και πολύ χονδρικών γεωλογικών εκτιμήσεων.
Οι θεολογικές εκτιμήσεις που βασίζονταν στην Παλαιά Διαθήκη, έδιναν ηλικίες από 10.000 έως 50.000 έτη.
Από την άλλη πλευρά, η προσπάθεια για τον επιστημονικό προσδιορισμό της ηλικίας της Γης ξεκίνησε από τον 17ο αιώνα με τον Nicolas Steno να προσπαθεί να συσχετίσει την ηλικία των διαφόρων πετρωμάτων με τα απολιθώματα που έκρυβαν μέσα τους, ενώ το 1779 ο κόμης του Buffon προσπάθησε να εκτιμήσει την ηλικία της Γης μέσω ενός πειράματος, κατασκευάζοντας δηλαδή ένα ομοίωμα της Γης και μετρώντας τον βαθμό ψύξης του.
Οι υπολογισμοί του έδωσαν ηλικία μόλις 75.000 χρόνια, αλλά ο Buffon δεν γνώριζε ότι η Γη παράγει θερμότητα από την αργή ραδιενεργή διάσπαση, ούτε τη φυσική διαδικασία μεταφοράς θερμότητας από το υγρό εσωτερικό προς την επιφάνειά της.
Το 1862 ο φυσικός λόρδος Kelvin προσδιόρισε την ηλικία της Γης σε μεταξύ 20 και 400 εκατομμύρια χρόνια, με παρόμοια μέθοδο με αυτή του Buffon.
O αστρονόμος George Darwin, γιός του γνωστού Charles Darwin, στα τέλη του 19ου αιώνα σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει την επιβράδυνση της περιφοράς της σελήνης γύρω από τη Γη, από την οποία θεώρησε ότι η πρώτη είχε αποσπασθεί σχετικά νωρίς στην ιστορία του ηλιακού συστήματος.
Ο υπολογισμός του έδωσε μόνο 56 εκατομμύρια χρόνια, αλλά η ιδέα του ήταν κατά βάση σωστή.
Όταν όμως στο τέλος του 19ου – αρχές του 20ου αιώνα το ζεύγος Κιουρί ανακάλυψε το ράδιο και τη φυσική ραδιενέργεια, έγινε κατανοητό ότι το μοντέλο που προσπαθούσε να υπολογίσει την ηλικία της Γης από την ψύξη της χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη τη θέρμανση εξαιτίας της φυσικής ραδιενέργειας, ήταν σαφώς λανθασμένο.
Θραύσμα (επάνω) από τον ίδιο μετεωρίτη που εξέτασε ο Patterson για τον προσδιορισμό της ηλικίας της Γης. Κάτω, ο κρατήρας που δημιούργησε ο μετεωρίτης αυτός στην Αριζόνα, ο πιο γνωστός και φωτογραφημένος κρατήρας μετεωρίτη σον κόσμο.


Παράλληλα, έγινε κατανοητή και η διαδικασία της φυσικής μεταστοιχείωσης, ότι δηλαδή το ραδιενεργό ουράνιο αρχικά διαπάται σε ράδιο και αυτό με τη σειρά του καταλήγει τελικά σε μόλυβδο.
Εφαρμόζοντας τον λόγο μαζών μολύβδου προς ουρανίου σε πετρώματα με γνωστή ηλικιακή σχέση μεταξύ τους, παρατηρήθηκε ότι ο λόγος αυτός πράγματι αυξάνονταν όσο παλαιότερα ήταν τα πετρώματα.
Βέβαια υπήρχε ένα πρόβλημα, που ήταν η ποσότητα μολύβδου που ενδεχομένως περιείχε το πέτρωμα αρχικά, ώστε να ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό.
Το ζήτημα αυτό λύθηκε στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν ανακαλύφθηκαν τα ισότοπα των στοιχείων, που έχουν τον ίδιο αριθμό πρωτονίων αλλά διαφορετικό αριθμό νετρονίων (ίδιος ατομικός αριθμός, διαφορετική ατομική μάζα), με συνέπεια να έχουν τις ίδιες χημικές, αλλά παραπλήσιες φυσικές ιδιότητες με το βασικό στοιχείο.
Βρέθηκε λοιπόν, ότι κάποια ισότοπα υφίστανται και αυτά με τη σειρά τους τις συνέπειες της αργής ραδιενεργής διάσπασης, καθώς χάνουν βαθμιαία μερικά από τα επιπλέον νετρόνιά τους.
Αυτό η διαδικασία βέβαια παίρνει συνήθως πολύ χρόνο, σε μερικά στοιχεία μάλιστα έχει διάρκεια δισεκατομυρίων ετών, αλλά με πολύ συγκεκριμένο ρυθμό. (Εξαιρείται το ισότοπο 14 του άνθρακα που έχει μικρό χρόνο διάσπασης και αξιοποιείται για τη χρονολόγιση οργανικών υλικών, ηλικίας μέχρι μερικών δεκάδων χιλιάδων ετών).
Έτσι λοιπόν με τη χρήση των ισοτόπων, αντί να μετριέται το ποσοστό μολύβδου / ουρανίου στα πετρώματα, μετριέται το ποσοστό ισοτόπων μολύβδου μεταξύ τους, οπότε προσδιορίζεται η ηλικία των πετρωμάτων με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια.
Αυτή η «ραδιοχρονολόγηση» ήταν τελικά το ιδανικό ρολόι για τη μέτρηση της ηλικίας της Γης, και ο Α. Holmes με αυτή τη μέθοδο υπολόγισε την ηλικία μερικών πολύ παλαιών πετρωμάτων της Γης, σε 1.6 – 3.0 δισεκατομμύρια έτη.
Δεν έμενε λοιπόν πλέον να βρεθεί το κατάλληλο πέτρωμα από την αρχή της ύπαρξης της Γης, και να υποβληθεί σε ραδιοχρονολόγηση.


Η αρχή της ραδιοχρονολόγησης με τη μεταστοιχείωση του ουρανίου σε μόλυβδο (επάνω). Μια ακριβέστερη μέθοδος προέκυψε χρησιμοποιώντας τους λόγους των ισοτόπων του μολύβδου (κάτω). Η κλίση κάθε ευθείας παριστάνει διαφορετική χρονολογία, ενώ η μικρότερη κλίση ανήκει στην ισοχρονική ευθεία των 4.55 δισεκατομμυρίων ετών.

Εδώ μπαίνει στην ιστορία μας ο Petterson, από τον οποίον όπως προαναφέρθηκε είχε ζητηθεί να προσδιορίσει την ηλικία της Γης, χρησιμοποιώντας μια νέα μέθοδο που είχε αναπτυχθεί ειδικά για τα μαγματογενή πετρώματα βασισμένη στα ισότοπα του μολύβδου.
Το νέο στοιχείο που πρόσθετε η έρευνα αυτή ήταν ότι θα χρησιμοποιείτο υλικό από αστεροειδή, βασισμένη στη θεωρία ότι οι αστεροειδείς είχαν σχηματιστεί ταυτόχρονα με τη Γη και τους άλλους πλανήτες, και στην ουσία ήταν «περισσεύματα» που δεν κατόρθωσαν να ενσωματωθούν σε κάποιον πλανήτη.
Ο Patterson χρειάστηκε να περιμένει μερικά χρόνια μέχρι να αποκτήσει το κατάλληλο υλικό, που προέρχονταν από θραύσμα του μετεωρίτη που είχε πέσει στην Αριζόνα πριν από 50.000 χρόνια.
Χρησιμοποιώντας τον καλύτερο φασματογράφο μάζας που ήταν διαθέσιμος (ο φασματογράφος μάζας διαχωρίζει τα υλικά με μεγάλη ακρίβεια, σύμφωνα με την ατομική τους μάζα), προσδιόρισε το 1953 την ηλικία της Γης σε 4.55 δισεκατομμύρια έτη, ένα νούμερο που ελάχιστα έχει αλλάξει μέχρι σήμερα.
Στην προσπάθειά του μάλιστα να κρατήσει τα δείγματά του όσο το δυνατόν περισσότερο καθαρά από τον μόλυβδο του περιβάλλοντος, ο Patterson υπήρξε πρωτοπόρος και στη δημιουργία του πρώτου εργαστηριακού χώρου πολύ υψηλής καθαριότητας.

Διαφημιστική πινακίδα της εταιρείας που παρήγαγε τον τετρααιθυλομόλυβδο, σε παλιά αντλία βενζίνης.

Στη συνέχεια ο Patterson, έχοντας γίνει ο καλύτερος ειδικός παγκόσμια στα θέματα προσδιορισμού ιχνών μολύβδου, θέλησε να ελέγξει τον μόλυβδο σε δείγματα ιζήματος από τον πυθμένα του Ατλαντικού και Ειρηνικού ωκεανού, και βρήκε ότι το ποσοστό μολύβδου σ’ αυτά ήταν 80 φορές μικρότερο απ’ ότι στο συγχρονό του περιβάλλον, που επηρεάζονταν άμεσα από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες.
Σημαντικά χαμηλότερος ήταν επίσης ο μόλυβδος στα βαθιά νερά των ωκεανών σε σχέση με τα επιφανειακά, που δεδομένου του απαιτούμενου χρόνου ανάμιξης οδηγούσε στο ίδιο συμπέρασμα. Άλλα στοιχεία, όπως πχ το βάριο δεν παρουσίαζαν αυτή την ανομοιομορφία.
Τα συμπεράσματά του επιβεβαιώθηκαν επιπλέον και από δείγματα πάγου που πήρε στην Γροιλανδία, αρκετά βαθιά ώστε να μην έχουν επηρεαστεί από τις εκπομπές των καυσαερίων των κινητήρων εσωτερικής καύσης που περιείχαν τετρααιθυλομόλυβδο (TEL), το συνηθισμένο αντικροτικό πρόσθετο στην βενζίνη σ’ όλη ουσιαστικά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.
Η προσθήκη του ΤΕL αυξάνει τα οκτάνιά της, δηλαδή τον αριθμό RON, εξασφαλίζοντας έτσι ότι η βενζίνη δεν θα αυταναφλεγεί εύκολα, επιτρέποντας στους βενζινοκινητήρες να λειτουργήσουν με υψηλότερες συμπιέσεις που αυξάνουν την θερμοδυναμική τους απόδοση.
Παρόλο που ο μόλυβδος και οι ενώσεις του είναι γνωστά δηλητήρια από την αρχαιότητα, η χρήση τους ήταν ήδη εκτεταμένη από τότε, σε σημείο που κάποιοι να υποστηρίζουν ότι η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οφείλετο και σε χρόνια δηλητηρίαση των κατοίκων της από τον μόλυβδο!
Με τη χρήση όμως των ενώσεων του μολύβδου στα καύσιμα των αυτοκινήτων, ο μόλυβδος πέρναγε πλέον στην ατμόσφαιρα, οπότε δεν μπορούσε κανείς να αποφύγει την έκθεσή του σ’ αυτόν.
Ο Patterson δημοσίευσε τα αποτελέσματα των ερευνών του για τα αυξημένα επίπεδα μολύβδου στο περιβάλλον το 1965 επισημαίνοντας τον κίνδυνο, αλλά συνάντησε έντονη αντίδραση ακόμα και από συναδέλφους του, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτή του τοξικολόγου R. Kehoe, που βέβαια δεν είναι περίεργο ότι εργάζονταν για την Ethyl Corporation, που παρήγαγε τον τετρααιθυλομόλυβδο για τη βιομηχανία και τα καύσιμα!
Αυτή του η στάση στέρησε στον Patterson την πρόσβαση σε πολλούς οργανισμούς έρευνας και τη σχετική χρηματοδότηση, και χαρακτηριστικά δεν προσκλήθηκε σε συνέδριο το 1971 για την ατμοσφαιρική ρύπανση από μόλυδρο, για την οποία ήταν ο πλέον ειδικός.


Τελικά, από το 1975 στις ΗΠΑ η χρήση της βενζίνης με μόλυβδο άρχισε να περιορίζεται, καθώς ξεκίνησαν να κυκλοφορούν αυτοκίνητα με καταλύτη (τον οποίο ο μόλυβδος καταστρέφει), ενώ μέχρι το 1986 απαγορεύτηκε τελείως.
Σαν συνέπεια, οι μετρήσεις στο αίμα Αμερικανών το 1990 έδειξαν μείωση στο ποσοστό μολύβδου μέχρι και 80%.
Στη συνέχεια ο Patterson έστρεψε την προσχή του στη βιομηχανία τροφίμων και ειδικά στις κονσέρβες ψαριών, όπου βρήκε ποσοστά μολύβδου πάνω από χίλιες φορές ψηλότερα σε σχέση με τα ποσοστά στα φρέσκα ψάρια.
Έκανε επίσης συγκριτικές μετρήσεις μολύβδου, βαρίου και ασβεστίου σε περουβιανούς σκελετούς ηλικίας 1600 ετών, και βρήκε και εκεί χίλιες φορές χαμηλότερο ποσοστό μολύβδου σε σχέση με σύγχρονα οστά, ενώ τα άλλα δύο στοιχεία δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές.
Τελικά, το 1978 συμμετείχε σ’ ένα συνέδριο για τη μόλυνση από μόλυβδο, στο οποίο όμως έκρινε ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν θα ήταν αρκετά αποτελεσματικά, ενώ η άποψή του ήταν ότι τα απαιτούμενα μέτρα θα έπρεπε επιπλέον να ληφθούν άμεσα.

Σιγά -σιγά όμως το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται, και τιμήθηκε με αρκετές διακρίσεις και βραβεία, και το 1987 έγινε μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών.
Ο Patterson πέθανε το 1995 σε ηλικία 73 ετών στην Καλιφόρνια, ενώ σήμερα όλες σχεδόν οι προτάσεις του έχουν γίνει αποδεκτές και εφαρμόζονται στις ΗΠΑ και σε πολλές άλλες χώρες.

Γ. Μεταξάς

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

- ΤΟ V-3, OΙ ΒΟΜΒΕΣ ΤΟΥ WALLIS ΚΑΙ O KENNEDY


Το V3.
Τα γερμανικά όπλα αντιποίνων (Vergeltungswaffen) V1 και V2 είναι αρκετά γνωστά, με το V1 να αποτελεί το πρώτο αυτοκατευθυνόμενο βλήμα πτήσης (cruise missile) και το V2 τον πρώτο βαλλιστικό πύραυλο.
Λιγότερο γνωστή όμως είναι η ύπαρξη του V3, το οποίο σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε σαν υβριδικό βλήμα, οβίδα-ρουκέτα.

Επίγεια δοκιμαστική εγκατάσταση V3

Η αρχή λειτουργίας του V3 βασίζονταν στη διαδοχική προώθηση του βλήματος καθώς περνούσε εμπρός από θαλάμους καύσης διατεταγμένους κατά μήκος και στα πλάγια μιας κάννης αρκετών δεκάδων μέτρων, έτσι ώστε να του δοθεί αρκετή ώθηση για να πετύχει ταχύτητα περίπου τετραπλάσια του ήχου.
Έτσι έλπιζαν να λύσουν το πρόβλημα που είχαν τα συμβατικά πυροβόλα πολύ μεγάλου βεληνεκούς που χρησιμοποιούσαν πολύ ισχυρή γόμωση, να χρειάζονται δηλαδή αντικατάσταση της κάννης τους μετά από μερικές δεκάδες βολές.
Το βλήμα του V3 ήταν σχετικά λεπτό και ελαφρύ και έμοιαζε περισσότερο με πύραυλο που δεν έφερε όμως επάνω του το προωθητικό καύσιμο, ενώ σταθεροποιούνταν με πτερύγια στο πίσω μέρος του και όχι με περιστροφή μέσα στην κάννη-σωλήνα.
Aρχή κατασκευής του όπλου διαδοχικής προώθησης, από σχέδιο του 1892.

Η αρχή λειτουργίας του V3 υπήρχε σε αμερικανική πατέντα από το 1857, όμως οι δοκιμές εκείνη την εποχή ήταν ανεπιτυχείς, καθώς δεν μπορούσαν να συγχρονιστούν ικανοποιητικά οι διαδοχικές εναύσεις των πλευρικών γομώσεων, με αποτέλεσμα το βλήμα συχνά να επιβραδύνεται αντί να επιταχύνεται.
Στη συνέχεια τη σκυτάλη την πήραν οι Γάλλοι, αλλά το όπλο ήταν ακόμα στα σχέδια όταν η Γαλλία παραδόθηκε στη Γερμανία τον Ιούνιο του 1940.
Οι Γερμανοί με τη σειρά τους διέγνωσαν τις δυνατότητες του όπλου, καθώς η τεχνολογία της εποχής τούς επέτρεπε πλέον να πετύχουν αξιόπιστα (με ηλεκτρική έναυση) την απαιτούμενη διαδοχή των γομώσεων.
Η ιδέα λοιπόν ήταν να εγκατασταθούν δύο πυροβολαρχίες των 25 καννών V3 η κάθε μία κοντά στο Calais, απ’ όπου θα βομβάρδιζαν το Λονδίνο σε απόσταση 165 km.

Ένας από τους διαφόρους τύπους βλημάτων V3, στα χέρια αμερικανών στρατιωτών.

Οι σωλήνες εκτόξευσης προβλέπονταν να έχουν μήκος 130 m, ενώ το μήκους 2.5 m και διαμέτρου 150 mm βλήμα (υπήρχαν και άλλα μήκη), θα έφερε εκρηκτική κεφαλή τουλάχιστον 25 kg.
Η περιοχή που επιλέχθηκε τελικά για την εγκατάσταση των V3 ήταν σ’ ένα λόφο δυτικά του Calais, στην περιοχή του Mimoyecques, όπου κατασκευάστηκαν δύο βασικά τούνελ σε βάθος αρκετών δεκάδων μέτρων (100 m στο βαθύτερο σημείο), με οροφή από οπλισμένο μπετόν που κοντά στην έξοδο από το έδαφος είχε πάχος 5.5 m.
Και ενώ οι πυροβολαρχίες των V3 ήταν έτοιμες για δράση εναντίον του Λονδίνου, μια αεροπορική επιδρομή στις 6 Ιουλίου 1944 από βρετανικά βομβαρδιστικά Lancaster του περίφημου σμήνους των Dambusters, το καθένα από τα οποία έφερε από μία «σεισμική» βόμβα Tallboy των 6 τόνων, κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις πέρα πρακτικής επισκευής.
Μικρότερα V3 εγκατεστημένα στη Γερμανία χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του Λουξεμβούργου στα τέλη του 1944 (που το είχαν ήδη απελευθερώσει οι Αμερικανοί), αλλά με πολύ φτωχά αποτελέσματα, αφού τα 142 συνολικά βλήματα που έπεσαν στην περιοχή επέφεραν τον θάνατο μόνον 10 ατόμων.

Ο Barnes Wallis και οι βόμβες του (Upkeep και Tallboy).
Ο Barnes Wallis εμπρός από ένα Lancaster, το μόνο αεροσκάφος της εποχής που μπορούσε να μεταφέρει τις βόμβες του.

Οι βόμβες των 6 τόνων που έριξαν τα Lancasters εναντίον των εγκαταστάσεων των V3 στο Mimoyecques, ήταν μία από τις πρωτοποριακές ιδέες του Βρετανού αεροναυπηγού και εφευρέτη Βarnes Wallis, ο οποίος προηγουμένως είχε εφεύρει και την βόμβα «αναπήδησης» με κωδικό όνομα Upkeep, με την οποία καταστράφηκαν 2 από τα 3 βασικά υδατοφράγματα που τροφοδοτούσαν με ηλεκτρισμό τη σημαντική βιομηχανική περιοχή του Ρουρ, στη Γερμανία.
Η επιδρομή αυτή έγινε τη νύκτα της 16 προς 17 Μαΐου 1943 με τη συμμετοχή μιας ομάδας 19 Lancasters, που έμεινε γνωστή στην ιστορία σαν dambusters (υπάρχει και ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1955).

Πώς η βόμβα αναπήδησης Upkeep κατέστρεψε τα φράγματα στο Ρουρ. Η 4 τόνων κυλινδρικού σχήματος βόμβα πριν την άφεσή της τίθετο σε περιστροφή αντίθετα προς τη φορά κίνησης, που είχε σαν αποτέλεσμα αφού αναπηδήσει στο νερό και καταλήξει στον τοίχο του φράγματος να βυθιστεί παραμένοντας κολημμένη επάνω του, έτσι ώστε η έκρηξή της να μεγιστοποιήσει τη ζημιά. Η βόμβα για να μην βυθιστεί κτυπώντας στο νερό ούτε να εκραγεί, αλλά να αναπηδήσει αποτελεσματικά, έπρεπε το αεροσκάφος να κινείται με πολύ συγκεριμένη ταχύτητα και να βρίσκεται σε ορισμένο ύψος με πολύ μικρά περιθώρια απόκλισης. Ένας ευφυής και απλός τρόπος για να το πετύχουν αυτό ήταν η τοποθέτηση δύο προβολέων στο αεροσκάφος (το λευκό V από κάτω του) που ήταν ρυθμισμένοι έτσι ώστε οι δέσμες τους να διασταυρώνονται στην επιφάνεια του νερού, όταν το αεροσκάφος βρίσκονταν στο σωστό ύψος. Στην ταινία του 1955 η ιδέα παρουσιάζεται σαν έμπνευση που είχαν δύο πιλότοι σε θεατρική παράσταση, αλλά δεν έγινε έτσι.

Για να δουλέψει αποτελεσματικά η Upkeep έπρεπε να πέσει από ύψος 18 m, από ένα αεροσκάφος που θα κινείτο με 373 km/h ως προς το νερό. H βόμβα πυροδοτούνταν με πιεσοστατικό διακόπτη στα 9 m βάθος.

Aντίστοιχα, η ιδέα του Βarnes Wallis για την περίπτωση των V3 (και για άλλες παρόμοιες περιπτώσεις), ήταν να κατασκευαστεί μια βόμβα αρκετά ισχυρής μηχανικής κατασκευής αλλά και εκρηκτικής δύναμης, ώστε να εκραγεί αφού θα έχει διεισδύσει αρκετές δεκάδες μέτρα μέσα στο έδαφος, έτσι ώστε η έκρηξη να μεταδοθεί κυρίως σαν σεισμικό κύμα παρά σαν κύμα πίεσης στον αέρα, γεγονός που θα την έκανε πολύ πιο καταστρεπτική εναντίον ενισχυμένων υπόγειων κατασκευών.
Η έκρηξη αυτή θα δημιουργούσε έναν τοπικό σεισμό μεγέθους 3.6, που μπορεί να μην φαίνεται ισχυρός, αλλά θα είχε το κέντρο του ακριβώς δίπλα στις εχθρικές εγκαταστάσεις!

Μία Tallboy τη στιγμή που εγκαταλείπει το διαμέρισμα βομβών ενός Lancaster.

Για να πετύχει αυτή η διείδυση μέσα στο έδαφος, η 6 τόνων βόμβα Tallboy θα έπρεπε να πέσει από το μέγιστο ύψος πτήσης των βομβαρδιστικών εκείνης της εποχής (περίπου 7.5 km), ενώ η σχεδόν απουσία έκρηξης στον αέρα είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα της ελαχιστοποίησης των ανθρώπινων απωλειών στο έδαφος.
Η Τallboy είχε και άλλες επιτυχίες στο ενεργητικό της, όπως εναντίον των εγκαταστάσεων των V2, του θωρηκτού Tirpitz, των θωρακισμένων υποστέγων των γερμανικών υποβρυχίων στο St. Nazaire, και σιδηροδρομικών τούνελ.


O Barnes Wallis ήταν επίσης ο εμπνευστής της «γεωδετικής» κατασκευής ορισμένων βομβαρδιστικών από τα οποία γνωστότερο είναι το Wellington, του οποίου αυτή η φωτογραφία είναι αδιάψευστος μάρτυρας της ανοχής σε πλήγματα που επέτρεπε σε αεροσκάφη να επιστρέψουν στη βάση τους (η επικάλυψη είναι υφασμάτινη). 

Ο θάνατος του Joe Kennedy Jr.
Mε την καταστροφή των V3 συνδέεται και ο θάνατος του Joe Kennedy Jr, μεγαλύτερου αδελφού των μετέπειτα προέδρου των ΗΠΑ J. F. Kennedy, τον οποίον ο πατέρας τους Joseph P. Kennedy (πρεσβευτής των ΗΠΑ στο Λονδίνο μεταξύ 1938 -1940) προόριζε ουσιαστικά για την προεδρία των ΗΠΑ.
O Κennedy λοιπόν υπηρετούσε σαν έφεδρος πιλότος του αμερικανικού Ναυτικού και από τον Σεπτέμβριο του 1943 στάθμευε στην Αγγλία, έχοντας ειδικευτεί στις πτήσεις των πρώτων πολεμικών drones (επιχειρήσεις Aphrodite και Anvil).
Tα drones αυτά ήταν αμερικανικά βομβαρδιστικά συνήθως Β-24 Liberators, που αφού όλος ο πολεμικός εξοπλισμός τους είχε αντικατασταθεί με 10 τόνους εκρηκτικών Torpex, είχαν μετατραπεί σε τηλεκατευθυνόμενες βόμβες, γνωστές σαν ΒQ-8 ή robots
To κόκπιτ ενός BQ-8, στο οποίο διακρίνονται οι μοχλοί που συνδέουν τον σερβοκινητήρα (επάνω) με το χειριστήριο.

Eπειδή οι δυνατότητες του τηλεχειρισμού την εποχή εκείνη ήταν σχετικά περιορισμένες, χρειάζονταν ένα πλήρωμα δύο ατόμων να τα απογειώσει και να τα ανεβάσει μέχρι των ύψος των 600 περίπου μέτρων, ενώ στην συνέχεια οι πιλότοι όπλιζαν τον εκρηκτικό μηχανισμό και πηδούσαν με αλεξίπτωτο.
Τον χειρισμό του robot στη συνέχεια ανελάμβανε με τηλεχειρισμό πλήρωμα σε άλλο αεροσκάφος που είχε απογειωθεί νωρίτερα και πετούσε ψηλότερα σε καθορισμένο σημείο ραντεβού (συνήθως υπήρχαν τουλάχιστον 2, ή και 3 αεροσκάφη συνοδείας για κάθε αποστολή).
Μάλιστα, η καθοδήγηση των robots δεν γίνονταν μόνο οπτικά από το συνοδευτικό αεροσκάφος, αλλά μέσα στο robot υπήρχαν δύο τηλεοπτικές κάμερες που μετέδιδαν ζωντανά εικόνες στο «μητρικό» αεροσκάφος, μία από το εξωτερικό περιβάλλον από τη θέση του πιλότου και μία από τα όργανα του σκάφους.

Βέβαια λίγες από τις επιχειρήσεις αυτές ήταν επιτυχείς, και πολλά robots χάθηκαν πριν καταφέρουν να φθάσουν στο στόχο τους και ενώ βρίσκονταν κάτω από τηλεκατεύθυνση.
Καθώς λοιπόν μετά την επιδρομή των “Dambusters” στο Mimoyecques, οι Βρετανοί δεν κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την καταστροφή των βάσεων των V3, αποφάσισαν να στείλουν μια αποστολή robot στις 12 Αυγούστου 1944 για να αποτελειώσει το έργο.
Κυβερνήτες του robot στην περίπτωση αυτή ήταν ο Joe Kennedy με συγκυβερνήτη τον Wiford Willy, οι οποίοι αφού απογείωναν το βομβαρδιστικό θα πηδούσαν με αλεξίπτωτο στην περιοχή της αεροπορικής βάσης της RAF στο Manston, στην νοτιοανατολική Βρετανία.
Μνημείο του Joe Kennedy Jr στο οχυρό των V3 (σήμερα μουσείο), στο Mimoyecques.

Κάτι πήγε όμως στραβά μετά την ενεργοποίηση του κυκλώματος των εκρηκτικών (αργότερα θα αποδοθεί σε υπερθέρμανση των ρελέ που όπλιζαν τη βόμβα και τα οποία παρέμεναν συνεχώς ενεργά, κάτι που είχε επισημάνει και ένας τεχνικός χωρίς όμως αποτέλεσμα) και το αεροσκάφος τινάχτηκε στον αέρα πριν προλάβουν τα μέλη του πληρώματος να το εγκαταλείψουν, σκοτώνοντάς τα ακαριαία.
Η ειρωνεία είναι ότι αργότερα αποδείχθηκε ότι η αποστολή αυτή δεν χρειάζονταν, καθώς οι Tallboy είχαν κάνει πράγματι τη δουλειά τους.

                                                                                                            Γ. Μεταξάς

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

- ΕΝΑ ARADO AR-196 ΣΤΗΝ ΗΡΑΚΛΕΙΑ


Στον όρμο Αλιμιά, στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού Ηρακλειά του συμπλέγματος των Κουφονησιών και σε βάθος 11 μέτρα, βρίσκονται από το 1982 τα υπολείμματα ενός γερμανικού υδροπλάνο τύπου Arado Ar-196.
Το Arado ήταν ένα διθέσιο μονοκινητήριο υδροπλάνο ανίχνευσης/ ναυτικής συνεργασίας, οπλισμένο τουλάχιστον με δύο πολυβόλα, ένα (ή περισσότερα) σταθερά που έβαλαν προς τα εμπρός και ένα κινητό που το χειρίζονταν το δεύτερο μέλος του πληρώματος από την πίσω θέση. 
Μπορούσε επίσης να φέρει δύο βόμβες των 50 kg κάτω από τα φτερά.
Ο κινητήρας του ήταν αερόψυκτος αστεροειδής κατασκευής BMW, ισχύος σχεδόν 1000 ίππων.

Arado Ar-196 στη βάση του Σκαραμαγκά (φωτό: aviationarchaeology.gr)

Τα Arado Ar-196 χρησιμοποιήθηκαν από θωρηκτά (εκτοξεύονταν με καταπέλτη) αλλά και για τον από αέρος έλεγχο του Αιγαίου μετά την κατάληψη της Ελλάδος από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941, καθώς στην περιοχή δεν δρούσαν ισχυρά πολεμικά συμμαχικά πλοία ούτε καταδιωκτικά πρώτης γραμμής της RAF, ενώ ο ισχυρότερος εναέριος αντίπαλος ήταν τα δικινητήρια βρετανικά καταδιωκτικά Beaufighter που έδρευαν στην Κύπρο.
Το συγκεκριμένο Arado (μάλλον το D1+EH με κυβερνήτη τον Fritz Schaar) μαζί με άλλα αεροσκάφη συνόδευε στις 17/9/43 γερμανική νηοπομπή από τον Πειραιά προς τη Ρόδο, όταν δέχτηκαν επίθεση από ομάδα Beaufighter στη μέση περίπου της διαδρομής τους.
Μία από τις απώλειες της μάχης που επακολούθησε ήταν και το συγκεκριμένο αεροσκάφος, το οποίο όμως ο κυβερνήτης του Fritz Schaar κατώρθωσε να προσθαλασσώσει.
Μάλιστα αρχικά επιχειρήθηκε η ρυμούλκησή του από γερμανικό σκάφος, αλλά τελικά το αεροσκάφος βυθίστηκε μάλλον εξαιτίας ζημιών στους πλωτήρες του.
Το 1982, μια τράτα το «ψάρεψε» νότια της Ίου από βάθος 90 μέτρων και προκειμένου να το ξεμπλέξει από τα δίκτυα της το απόθεσε στον όρμο Αλιμιά της Ηρακλειάς σε βάθος περίπου 10 μέτρων.
Η ρυμούλκηση από την τράτα έκανε σημαντική ζημιά στο Arado, που στη συνέχεια δέχτηκε και τις "επισκέψεις" συλλεκτών σουβενίρ, που το απογύμνωσαν από ότι μπορούσε να αφαιρεθεί (η έλικά του πχ κοσμεί την αυλή σπιτιού στην Ηρακλειά).
Το Arado στην Ηρακλειά (φωτό: www.iefimerida.gr)

Ο γράφων είχε επισκεφθεί την Αλιμιά και το Arado τον Σεπτέμβριο του 1993 και είχε τραβήξει μερικές υποβρύχιες φωτογραφίες, μία από τις οποίες μαζί με σχετικό κείμενο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιαν-Φεβ 1994 του περιοδικού «Το Αεροπλάνο».
Ενημέρωσε επίσης για την ύπαρξη του Arado και το μουσείο της Πολεμικής Αεροπορίας στο Τατόι, προτείνοντας να το εντάξουν στο πρόγραμμα ανέλκυσης, καθαρισμού και έκθεσης αεροσκαφών του Β’ΠΠ που υλοποιείται με τη βοήθεια της Κινητής Ομάδας Συντήρησης Υποθαλάσσιων Εγκαταστάσεων (ΚΟΣΥΘΕ).

Η πρώτη ανάκτηση αεροσκάφους του Β’ΠΠ για το μουσείο έγινε το 1996 με ένα ελαφρύ βομβαρδιστικό Blenheim (Μπλένεμ) που ανασύρθηκε από τη θαλάσσια περιοχή του Ρεθύμνου (είχε προηγηθεί το 1993 η ανάκτηση των πολυβόλων και τμημάτων από αεροσκάφος Blenheim, από τη Μικρή Πρέσπα).

 Ο κινητήρας του Arado Ar-196 από την Ικαρία (φωτό: aviationarchaeology.gr)

Ανάμεσα στα ιστορικά αεροπορικά ευρήματα που έχουν ανακτηθεί από τη θάλασσα και εκτίθενται στο μουσείο του Τατοΐου, είναι ένα Junkers Ju-52 που ανασύρθηκε το 2003 από τη θαλάσσια περιοχή της Λέρου, ένα Junkers Ju-87 (Stuka) που ανασύρθηκε το 2006 από την περιοχή της Ρόδου και ένα Arado Ar-196 που είχε βυθιστεί το 1944 μεταξύ Νάξου και Ικαρίας και ανελκύστηκε το 2013.

Γ. Μεταξάς

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

- ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΗΝΙΚΟ ΟΛΕΘΡΟ


Είναι κάποια περιστατικά της παγκόσμιας ιστορίας όχι πολύ γνωστά στο ευρύ κοινό, που έφεραν όμως αρκετές φορές την ανθρωπότητα κοντά στον πυρηνικό όλεθρο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και αργότερα.
Παρακάτω παρουσιάζονται τα σοβαρότερα από αυτά, με υλικό από τις σελίδες του HISTORY. (http://www.history.com/news/history-lists/5-cold-war-close-calls)

27 Οκτωβρίου 1962


Την ημέρα αυτή και καθώς η κρίση της Κούβας έφτανε στο αποκορύφωμά της, ένα κατασκοπευτικό αεροσκάφος U-2 απογειώθηκε από την Αλάσκα για πτήση ρουτίνας στην περιοχή του Β. Πόλου.
Η ναυτιλία θα γίνονταν παραδοσιακά με τα άστρα, αλλά από κάποιο σημείο και μετά η λάμψη του Βόρειου Σέλαος την εμπόδισε, και το αεροσκάφος απόκλινε από την πορεία του και μπήκε στον σοβιετικό εναέριο χώρο.
Δεδομένης της ιδιαίτερα τεταμένης κατάστασης μεταξύ ΗΠΑ και Σ. Ένωσης, λίγο έλειψε το απλό (υπό άλλες συνθήκες) αυτό συμβάν να έχει καταστροφικές συνέπειες.
Οι Σοβιετικοί θεωρώντας ότι έχουν να κάνουν με βομβαρδιστικό, έστειλαν αμέσως καταδιωκτικά να το αναχαιτήσουν και οι Αμερικανοί με τη σειρά τους έστειλαν επίσης οπλισμένα καταδιωκτικά για να το συνοδεύσουν πίσω.
Ευτυχώς, και μέχρι να το φθάσουν τα Σοβιετικά καταδιωκτικά, το U-2 έχοντας ξεμείνει από καύσιμα και ανεμοπορώντας κατάφερε να βγεί από τον σοβιετικό εναέριο χώρο, και έτσι μια πολύ επικίνδυνη αναμέτρηση μεταξύ αμερικανικών και σοβιετικών εναέριων δυνάμεων, αποτράπηκε την τελευταία στιγμή.
Την ίδια ημέρα, ένα άλλο U-2 που πετούσε επάνω από την Κούβα καταρρίφθηκε από σοβιετικό πύραυλο που εκτοξεύθηκε από το Κουβανικό έδαφος, σκοτώνοντας τον πιλότο του Rudolf Anderson.

27 Oκτωβρίου 1962

Ο Vasili Arkhipov

Επίσης την ίδια ημέρα με τα παραπάνω συμβάντα, έλαβε χώρα ακόμα ένα που αφορούσε ένα σοβιετικό υποβρύχιο, και μάλιστα θεωρείται το πιο επικίνδυνο απ’ όλα τα επεισόδια που θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί σε πυρηνική αναμέτρηση.
Το σοβιετικό υποβρύχιο Β-59 εξοπλισμένο με πυρηνικά όπλα περιπολούσε στα όρια της ζώνης αποκλεισμού που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ γύρω από την Κούβα.
Το αμερικανικό αντιτορπιλικό Beagle το εντόπισε, και άρχισε να του ρίχνει προειδοποιητικά εκπαιδευτικές βόμβες βυθού (χωρίς πολεμική γόμωση), για να το αναγκάσει να απομακρυνθεί.
Ο κυβερνήτης του Β-29 όμως τις θεώρησε κανονικές βόμβες βυθού και ουσιαστικά έναρξη πολέμου, και ζήτησε από το πλήρωμά του προετοιμασία για εκτόξευση τορπίλης με πυρηνική κεφαλή εναντίον του αμερικανικού αεροπλανοφόρου Randolf, που βρίσκονταν επίσης στην περιοχή.
Ευτυχώς το σύστημα των Σοβιετικών προέβλεπε τη συγκατάθεσε των τριών αρχαιότερων αξιωματικών για την εκτόξευση πυρηνικού όπλου, και ο ύπαρχος Vasili Arkhipov αρνήθηκε.
Τελικά ο καπετάνιος πείσθηκε να φέρει το υποβρύχιο στην επιφάνεια για να επικοινωνήσει με τη Μόσχα και να ζητήσει οδηγίες, στη συνέχεια των οποίων το υποβρύχιο απομακρύνθηκε χωρίς άλλο επεισόδιο.
Την επόμενη ημέρα και συνειδητοποιόντας από τα παραπάνω συμβάντα πόσο κοντά είχαν φθάσει σε θερμό πυρηνικό επεισόδιο, οι Κένεντι και Χρουστσόφ κατέληξαν σε συμφωνία που αποκλιμάκωνε την κρίση στην Κούβα.
Ο Arkhipov πέθανε το 1998, έχοντας τον βαθμό του αντιναύαρχου.

9 Νοεμβρίου 1979


Στα τέλη της δεκατίας του 1970, τόσο οι ΗΠΑ όσο και Η Σοβιετική Ένωση βάσιζαν την άμυνά τους σε συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Αλλά αναπόφευκτα όπως συμβαίνει με κάθε νέα τεχνολογία, είχαν να αντιμετωπίσουν και τις δυσλειτουργίες αυτών των συστημάτων, από τις οποίες σοβαρότερη θεωρείται αυτή που συνέβη στο κέντρο αεράμυνας NORAD στο Κολοράντο.
Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου 1979, οι χειριστές των συστημάτων αεράμυνας είχαν ένδειξη πολλαπλής εκτόξευσης σοβιετικών πυραύλων εναντίον της Β. Αμερικής.
Η διοίκηση απογείωσε 10 αεροσκάφη αναχαίτησης, το προεδρικό αεροπλάνο και έβαλε σε ετοιμότητα πυρηνικούς πυραύλους για ανταποδοτικό κτύπημα.
Ευτυχώς η αντιπαραβολή με στοιχεία από δορυφόρους δεν επιβεβαίωσε τη σοβιετική επίθεση, και τελικά αποδείχθηκε ότι η όλη ιστορία ξεκίνησε από έναν τεχνικό που «έτρεξε» ένα πρόγραμμα προσομοίωσης σοβιετικής επίθεσης.
Το συμβάν είχε σαν αποτέλεσμα να στείλει ο Μπρέζνιεφ στον Κάρτερ επιστολή επισημαίνοντας τον «τρομερό κίνδυνο» που διέτρεξαν οι δύο χώρες, δεν ήταν όμως και η τελευταία φορά που τεχνικό πρόβλημα δημιούργησε κατάσταση πυρηνικού συναγερμό στις ΗΠΑ.
Ήδη μέσα στο επόμενο έτος, σε τρείς ανεξάρτητες περιπτώσεις προβλήματα ηλεκτρονικών έβαλαν πάλι το σύστημα Εθνικής Αμυνας των ΗΠΑ στην υψηλότερη κατάσταση συναγερμού.

26 Σεπτεμβρίου 1983

Ο Stanislav Petrov

Την ημέρα αυτή, ο αντισυνταγματάρχης Stanislav Petrov ήταν επικεφαλής σε υπόγεια στρατιωτική βάση νότια της Μόσχας, απ’ όπου οι Σοβιετικοί παρακολουθούσαν τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης που ήταν εγκατεστημένα σε δορυφόρους τους.
Λίγο μετά τα μεσάνυκτα όμως ξέσπασε πανικός, καθώς το σύστημά τους υποδείκνυε την εκτόξευση πέντε βαλλιστικών πυραύλων πυρηνικών κεφαλών από το έδαφος των ΗΠΑ.
Η ανίχνευση οφείλετο σε λάθος του συστήματος που εξέλαβε την αντανάκλαση του ήλιου σε σύννεφα στην περιοχή της Μοντάνα, σαν την εκτόξευση πυραύλων.
Το σοβιετικό πρωτόκολλο προέβλεπε κατ’ αρχήν την ενημέρωση της Μόσχας, αλλά ο Petrov ήξερε ότι δεν διέθετε αυτόν τον χρόνο.
Βασιζόμενος στο γεγονός ότι το σοβιετικό σύστημα είχε ξανακάνει λάθος και στη λογική ότι μία επίθεση δεν θα περιλάμβανε μόνο πέντε πυραύλους (αλλά και στο ένστικτό του), επέλεξε να αγνοήσει τον συναγερμό και να τον καταχωρήσει σαν λανθασμένο.
Το γεγονός έγινε γνωστό μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και παρότι η πρωτοβουλία του  Petrov (που μάλλον απέτρεψη ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα) δεν έτυχε επίσημης αναγνώρισης από τους σοβιετικούς (για να μην παραδεχτούν την αδυναμία του συστήματός τους), έλαβε αρκετές διακρίσεις από ανθρωπιστικές οργανώσεις αλλά και από τα Ηνωμένα Έθνη. 

25 Ιανουαρίου 1995



Την ημέρα αυτή, μία ομάδα Νορβηγών και Αμερικανών επιστημόνων εκτόξευσε έναν πύραυλο 4 σταδίων (παρόμοιο με αυτόν της εικόνας), από τα βορειοδυτικά παράλια της Νορβηγίας, με σκοπό να μελετηθεί μέσω οργάνων το Βόρειο Σέλας επάνω από μία ορισμένη περιοχή της Νορβηγίας.
Ατυχώς η τροχιά του πυραύλου που έφθασε σε ύψος τα 1400 km, έμοιαζε πολύ με την τροχιά ενός υποτιθέμενου πυραύλου που θα εκτοξεύονταν εναντίον της Ρωσίας από αμερικανικό πυρηνικό υποβρύχιο, μάλιστα ο αποχωρισμός των τμημάτων του πυραύλου μπέρδεψε ακόμα περισσότερο τα πράγματα, κάνοντάς τον να μοιάζει με πύραυλο πολλαπλών κεφαλών.
Το ρωσικό σύστημα αντιμέτρων τέθηκε στο ανώτατο όριο συναγερμού, και στον πρόεδρο Γιέλτσιν μεταφέρθηκε η βαλίτσα η οποία περιέχει τους κωδικούς για την εντολή πυραυλικής αντεπίθεσης, μάλιστα η βαλίτσα ξεκλειδώθηκε για πρώτη φορά μέχρι και σήμερα σε πραγματικές συνθήκες κρίσης.
Μετά από αρκετά λεπτά αγωνίας έγινε ξεκάθαρο ότι η πορεία του πυραύλου οδηγούσε προς τη θάλασσα, όπου και ο πύραυλος έπεσε όπως ήταν προγραμματισμένος.
Οι Νορβηγοί είχαν ενημερώσει μια εβδομάδα πριν τους Ρώσους για την εκτόξευση, αλλά η πληροφορία αυτή δεν έφτασε ποτέ στην αρμόδια ρωσική βάση παρακολούθησης.
Αν και ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει μερικά χρόνια πριν, το επεισόδιο αυτό θεωρήθηκε εξίσου σοβαρό με του ’62 και ’83 (αν και το δεύτερο δεν ήταν ακόμα ευρύτερα γνωστό).