ΑΣΦΑΛΕΙΑ, ΓΛΩΣΣΑ, ΔΙΑΦΟΡΑ, ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2016

- ΟΙ ΙΠΤΑΜΕΝΟΙ ΔΙΣΚΟΙ ΤΩΝ ΝΑΖΙ



ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αυτό το άρθρο θα έπρεπε να αποτελεί τμήμα του σύνθετου άρθρου «Μύθοι, Μυστήρια και Μυθιστορήματα» στο ίδιο blog, αλλά εξαιτίας του μεγέθους του έγινε ανεξάρτητο άρθρο.

Αν και οι περισσότεροι οπαδοί των «Ιπτάμενων Δίσκων» σήμερα τους θεωρούν σαν εξωγήινες κατασκευές, κάποιοι πιστεύουν ότι είναι γήινες κατασκευές, και μάλιστα ότι η αρχή των γήινων μοντέλων ανάγεται στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Γερμανική τεχνολογία.  
Ας δούμε αν είναι έτσι.

Τα Foo Fighters
Tα Foo Fighters (καμμία σχέση με το ομώνυμο ροκ συγκρότημα) ήταν φωτεινές σφαίρες που έμοιαζαν να ακολουθούν τα συμμαχικά αεροπλάνα επάνω από τη Γαλλία, τη Γερμανία αλλά και την Ιαπωνία, ιδιαίτερα προς το τέλος του Β’ΠΠ.
Αν και αρχικά οι Σύμμαχοι φοβήθηκαν ότι επρόκειτο για μυστικό όπλο των Γερμανών, γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι τα Foo Fighters, παρότι έμοιαζαν να κατευθύνονται από κάποιου είδους νοημοσύνη, δεν εμφάνιζαν επιθετική συμπεριφορά, μάλιστα το ίδιο έκπληκτοι φάνηκε να είναι και οι Γερμανοί πιλότοι που τα αντίκρυζαν.
Ο συγγραφέας R. Vesco, υποστήριζε ότι επρόκειτο για αυτοπροωθούμενες τηλεχειριζόμενες νάρκες, με στόχο να προκαλέσουν σύγχιση στα πληρώματα των συμμαχικών βομβαρδιστικών, αλλά και διακοπές στα συστήματα έναυσης των κινητήρων των αεροσκαφών με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εξέπεμπαν.

Tρία Foo Fighters, που επισημαίνονται με βέλη.

Υποτίθεται μάλιστα ότι επρόκειτο για δύο βασικά είδη ναρκών με τα ονόματα Feuerball και Kugelwaffen, η ύπαρξη των οποίων όμως δεν επιβεβαιώθηκε στις έρευνες που έγιναν μετά το τέλος του πολέμου.
Αντίθετα, οι Σύμμαχοι πρότειναν διάφορες φυσικές εξηγήσεις (με σκοπό ενδεχομένως να καθησυχάσουν τα πληρώματα), όπως το ότι επρόκειτο για σφαιρικούς κεραυνούς, εκκενώσεις στατικού ηλεκτρισμού, αντανακλάσεις στα παράθυρα, παγοκρύσταλλους στην ατμόσφαιρα, ή τέλος ότι τις θεάσεις τις προκαλούσε το άγχος των πληρωμάτων.
Πάντως μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί ικανοποιητική ερμηνεία για το φαινόμενο,
ενώ υπάρχουν μερικές φωτογραφίες από την εποχή εκείνη που δείχνουν φωτεινές σφαίρες (αν και όχι καθαρά).
Σήμερα παρόμοια φαινόμενα αποδίδονται σε αντανακλάσεις, ειδικά εφόσον πρόκειται για φωτογραφίες, και είναι γενικά γνωστά με το όνομα orbs.

Haunebu και Die Glocke
Δύο συσκευές η Haunebu και η Die Glocke διεκδικούν κορυφαίες θέσεις στα Wunderwaffen, τα «όπλα θαύματα» με τα οποία οι Ναζί ήλπιζαν (ή μάλλον διέδιδαν) ότι θα κερδίσουν τον πόλεμο, και γύρω από τα οποία έχει αναπτυχθεί πολύ φιλολογία στην εποχή μας, χωρίς όμως να υποστηρίζεται και από τα αντίστοιχα τεχνικά ευρήματα.

Το Sack AS-6 (επάνω) ήταν πιθανότατα ότι κοντινότερο σε Ιπτάμενο Δίσκο κατασκευάστηκε από του Γερμανούς, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του Β’ΠΠ. Φυσικά πρόκειται για συνηθισμένο αεροπλάνο, με δισκοειδή πτέρυγα.

Μία φωτογραφία που υποτίθεται ότι δείχνει το πρώτο Haunebu.

Το Haunebu (από το όνομα μιας περιοχής) ήταν μια συσκευή που ανταποκρίνεται ακριβώς στο αρχέτυπο του Ιπτάμενου Δίσκου.
Υποτίθεται ότι κατασκευάστηκαν τουλάχιστον τρία διαδοχικά μοντέλα, με τα τελευταία να μπορούν να φθάσουν την εξωπραγματική ταχύτητα των 20.000 km/h, και μάλιστα έχοντας διάμετρο μερικών δεκάδων μέτρων και πλήρωμα 20 ατόμων!
Εξίσου στη σφαίρα της φαντασίας κινείται το υποτιθέμενο προωθητικό σύστημά τους, ένα ασαφές «μίγμα» ηλεκτρομαγνητισμού και αντιβαρυτικής ενέργειας!
Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχουν φωτογραφίες του Haunebu καθώς και ένα μέτριας ποιότητας φιλμ διάρκειας λίγων δευτερολέπτων από μια πτήση (που μοιάζει περισσότερο με άλμα), και που μάλλον τελειώνει απότομα.
Ενδεχομένως να κατασκευάστηκε πράγματι ένα τέτοιο σκάφος, με συμβατικό σύστημα προώθησης φυσικά, στο οποίο προφανώς δεν δόθηκε συνέχεια ή ίσως το όλο θέμα να ήταν προπαγανδιστικό τρικ για τα Wunderwaffen.
Όταν, το 1959 η Avro κατασκεύασε το δισκοειδές Avrocar VZ-9 προωθούμενο από κάθετα και κεντρικά τοποθετημένο αεροστρόβιλο, φάνηκαν τα μειονεκτήματα και προβλήματα ελέγχου μιας τέτοιας διάταξης και η ιδέα εγκαταλήφθηκε.

Το Avrocar, ήταν αντίστοιχα ότι πλησιέστερο σε Ιπτάμενο Δίσκο κατασκεύασαν οι Καναδοί (για λογαριασμό των Αμερικανών), στο τέλος της δεκαετίας του '50.

Ούτε ο σοβιετικός "Ιπτάμενος Δίσκος" ΕKIP-Tarielka, κατασκευασμένος τη δεκαετία του ΄80 και χρησιμοποιώντας για την ανύψωση το αεροδυναμικό φαινόμενο Coanda, ήταν πιο πετυχημένος.

Η Die Glocke (Η καμπάνα) ήταν μία άλλη κατασκευή, σε σχήμα καμπάνας προφανώς, που σύμφωνα με τον Πολωνό συγγραφέα και δημοσιογράφο Igor Witkowski (και άλλους στη συνέχεια) κατασκευάστηκε από τους Γερμανούς για να αξιοποιήσει τη «δωρεάν ενέργεια του Σύμπαντος» ή Vril για τους Ναζί μύστες του παραφυσικού, ανακατεμένη και πάλι με ηλεκτρομαγνητισμό και αντιβαρύτητα, με στόχο να κατασκευαστεί μια Χρονομηχανή που θα τους χάριζε την παγκόσμια κυριαρχία!
Μια και δεν σώζεται φωτογραφία από την Die Glocke (αν υπήρξε ποτέ), στην εικόνα ένα πλαστικό μοντέλο μιας φανταστικής απεικόνισής της. H υποτιθέμενη πραγματική συσκευή είχε διάμετρο 3 μ, ύψος 4.5 μ, και εξέπεμπε θανατηφόρα ακτινοβολία.

Ίσως όχι κατά σύμπτωση, η «μηχανή» στην ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1997 «Contact» (Επαφή), μοιάζει αρκετά στην κινηματογραφική λειτουργία της με την υποτιθέμενη λειτουργία της Die Glocke.
Μέχρι και σήμερα, κοντά στο ορυχείο Wenceslas στη νότια Πολωνία, οι ντόπιοι δείχνουν τα ερείπια μιας πολυγωνικής τσιμεντένιας βάσης με κολώνες, διαμέτρου 30 μ, που υποτίθεται ότι ήταν η βάση για την Die Glocke, αν και μοιάζει περισσότερο σα βάση πύργου ψύξης θερμοηλεκτρικού εργοστασίου.

Η πραγματικότητα
Γεγονός είναι ότι όντως οι Γερμανοί κατασκεύασαν πρωτοποριακά εναέρια όπλα την περίοδο του Β’ΠΠ, όπως τα:
- Me-262, το πρώτο αεριωθούμενο αεροσκάφος,
- Me-163, το πρώτο πυραυλοκίνητο αεροσκάφος,
- V1, το πρώτο cruise missile,
- V2,  τον πρώτο βαλλιστικό πύραυλο,
- V3, μια χημική παραλλαγή του σύγχρονου ηλεκτρικού Railgun,
- Flettner-282, το πρώτο πρακτικό ελικόπτερο,
- Horten Ho-229, το πρώτο αεροσκάφος- ιπτάμενη πτέρυγα, που είχε και ιδιότητες stealth,
- Ftitz X, την πρώτη τηλεκατευθυνόμενη βόμβα βαρύτητας, 
- Wurzburg, το πρώτο ραντάρ παρακολούθησης στόχου (tracking) που συνεργάζονταν με αντιαεροπορικό όπλο για αυτόματο προσανατολισμό και βολή,
- Wasserfall, την πρώτη τηλεχειριζόμενη ρουκέτα αεράμυνας τύπου beam riding,
- Zielgerat ZG-1229 Vampire, την πρώτη φορητή συσκευή σκόπευσης με υπέρυθρες ακτίνες, και την
- Panzerfaust, την πιό εύχρηστη αντιαρματική ρουκέτα κοίλης γόμωσης κλπ,
ενώ οι Σύμμαχοι βρήκαν και πολλές ακόμα ρηξηκέλευθες ιδέες σε σχέδια, που δεν είχαν προλάβει να μελετηθούν αναλυτικά ή να ξεπεράσουν το στάδιο των δοκιμών, από τους Γερμανούς. 
Το Μe-163 Comet, το πρώτο πυραυλοκίνητο αεροσκάφος, που χρησιμοποιήθηκε σαν αναχαιτιστικό προς το τέλος του Β’ΠΠ.

To κάθετης εκτόξευσης Ba-349, που δεν ξεπέρασε το στάδιο των δοκιμών.

Όμως, όποιες από αυτές τις κατασκευές, συσκευές ή ιδέες ήταν τεχνικά εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές, υιοθετήθηκαν και στη συνέχεια εξελίχθηκαν στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου από Αμερικανούς και Σοβιετικούς, συνήθως με τη βοήθεια των ίδιων Γερμανών επιστημόνων και τεχνικών που τις είχαν αναπτύξει αρχικά, καθώς μετά τον πόλεμο είχαν καταφύγει στους νικητές.
Και είναι αναμενόμενο και λογικό, ότι κάποιοι από τους ανθρώπους αυτούς προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους ή να εξασφαλίσουν καλύτερα το μέλλον τους, υπερέβαλλαν λιγότερο ή περισσότερο σε σχέση με τα πραγματικά επιτεύγματά τους. 
Eπιπλέον η μυστικότητα που κάλυπτε τα προχωρημένα τεχνολογικά πειράματα την εποχή του πολέμου, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημουργία μυθευμάτων και υπερβολών μεταξύ του γενικού πληθυσμού, και μια τέτοια περίπτωση είναι και το περιβόητο «Πείραμα της Φιλαδέλφειας», από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Ένα από τα πολλά βιβλία που κυκλοφορούν σχετικά με τα πρωτοποριακά σχέδια των Γερμανών στον εναέριο πόλεμο.

Αυτό πάντως που πέτυχαν οι Γερμανοί τεχνικοί και επιστήμονες ήταν να δημιουργήσουν έναν παγκόσμιο μύθο για τις δυνατότητές τους, που κάνει να μοιάζουν αληθοφανείς κατασκευές και συσκευές που ακόμα και σήμερα παραμένουν στο πεδίο της επιστημονικής φαντασίας.

Γ. Μεταξάς

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

- ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΣΗ



Όταν αναφερόμαστε στη άνεση που μας εξασφαλίζει ένα περιβάλλον, συνήθως σχολιάζουμε τη θερμοκρασία του.
Η θερμοκρασία όμως είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος, καθώς η άνεση που νιώθουμε σε δεδομένο περιβάλλον εξαρτάται και από την υγρασία του αέρα για τις ψηλότερες θερμοκρασίες, ενώ για τις χαμηλότερες εξαρτάται και από την ταχύτητα του ανέμου.

Ο βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η εφίδρωση του ανθρώπινου σώματος, η οποία λειτουργεί «ψυκτικά» για το δέρμα και κατά συνέπεια και για το ανθρώπινο σώμα.
Επίσης, σημαντική υγρασία παράγει το σώμα καθώς οξειδώνει τις τροφές (βασικά υδατάνθρακες), και η οποία απομακρύνεται με την εκπνοή.
Αυτό είναι αντίστοιχο με την καύση των υδρογονανθράκων στους κινητήρες των αυτοκινήτων, όπου την υγρασία την βλέπουμε σαν συννεφάκι τα κρύα πρωϊνά, όπως εξάλλου και την αναπνοή μας.

Πώς συμπυκνώνεται η υγρασία του αέρα σε σύννεφο. Το Dewpoint (σημείο δρόσου) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται πολύ στη μετεωρολογία, και είναι η θερμοκρασία που για δεδομένο ποσοστό υγρασίας στον αέρα θα επέλθει η συμπύκνωσή της. Στην εικόνα, καθώς ο αέρας ανεβαίνει ψύχεται (τυπικά κατά 1 βαθμό Κελσίου ανά 100 μέτρα) και αφού το σημείο δρόσου του είναι 60 F (οι μονάδες θερμοκρασίας εδώ δεν έχουν σημασία), όταν φθάσει σε ύψος που η θερμοκρασία του αέρα θα είναι 60 F, θα ξεκινήσει η υγροποίησή του. Οι συμπυκνωμένοι όμως υδρατμοί εξακολουθούν και ανεβαίνουν για κάποιο διάστημα, εξαιτίας της λανθάνουσας θερμότητας που εκλύεται κατά τη φάση της υγροποίησής τους (0.5 kcal/g νερού), γι' αυτό και τα σύννεφα δεν έχουν επίπεδο σχήμα.

Εδώ θα πρέπει να θυμίσουμε ότι ο αέρας περιέχει πάντα μια ποσότητα νερού σε αέρια μορφή, και αυτή την ποσότητα τη λέμε υγρασία.
Η υγρασία αυτή όσο παραμένει σε «διάλυση» είναι αόρατη, ενώ γίνεται ορατή όταν ο αέρας γίνει κορεσμένος, όταν δηλαδή ο αέρας φθάσει στη μέγιστη ποσότητα νερού που μπορεί να συγκρατήσει σε διάλυση και τότε εμφανίζονται οι γνωστές σταγόνες συμπύκνωσης της υγρασίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το νερό που συμπυκνώνεται και τρέχει από τις μονάδες ψύξης των κλιματιστικών *, και βέβαια τα σύννεφα, όπου η υγρασία της ατμόσφαιρας συμπυκνώνεται όταν ο αέρας καθώς ανεβαίνει έχει ψυχθεί αρκετά ώστε το διάλυμα του νερού στον αέρα να γίνει κορεσμένο.
Γι’ αυτό, μας ενδιαφέρει περισσότερο η σχετική υγρασία του αέρα, δηλαδή πόσο νερό βρίσκεται διαλυμένο στον αέρα σε σχέση με τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να διαλυθεί (πάντα για τις δεδομένες συνθήκες θερμοκρασίας κυρίως και πίεσης δευτερευόντως), παρά η απόλυτη ποσότητα του νερού που περιέχεται στον αέρα.
Και αυτό, επειδή το ποσοστό υγρασίας μας δείχνει πόσο κοντά βρισκόμαστε στο να αρχίσει η υγρασία να συμπυκνώνεται (κάτι που θα συμβεί όταν η θερμοκρασία του αέρα πέσει λίγο ακόμα), δημιουργώντας ομίχλη ή υγραίνοντας τις επιφάνειες, κάτι που ενδιαφέρει από τους μετεωρολόγους μέχρι ... τους βαφείς.

Ποσότητα νερού που κρατάει διαλυμένη ο αέρας σε αιώρηση, ανάλογα με τη θερμοκρασία και το ποσοστό της σχετικής υγρασίας. Η μέγιστη ποσότητα νερού που μπορεί να κρατήσει σε διάλυση ο αέρας εκφράζεται με τη μπλέ γραμμή του 100%. Δηλαδή στους 25 C ένα κυβικό μέτρο αέρα μπορεί να κρατήσει σε διάλυση μέχρι 23 γραμμάρια νερού.


Παραστατική απεικόνιση μιας ποσότητας αέρα κεκορεσμένου σε υγρασία (αριστερά) που καθώς βαθμιαία τον ψύχουμε η υγρασία του συμπυκνώνεται σε νερό. Θα παρατηρήσετε ότι η συνολική ποσότητα νερού (σε αέρια και υγρή μορφή) παραμένει περίπου σταθερή.
Οι θερμοκρασίες αντιστοιχούν από αριστερά σε 35, 25, 10 και 0 βαθμούς Κελσίου.
Και μια μικρή άσκηση: Πόσος είναι ο όγκος του δοχείου?
Απάντηση: Από τον προηγούμενο πίνακα βλέπουμε ότι στους 95 F, δηλαδή στους 35 C, ο κεκορεσμένος αέρας συγκρατεί 40 g νερό ανά 1000 l αέρα.  Άρα, για να έχουμε 1.9 g νερού στον κεκορεσμένο αέρα, θα πρέπει να έχουμε (1.9/40) Χ 1000 = 47.5 l αέρα, συνεπώς και δοχείου.

Μετά από τα παραπάνω εισαγωγικά, ας δούμε πώς μας επηρεάζει η θερμοκρασία του αέρα.
Όπως είπαμε, το σώμα μας αποβάλλει υγρασία με την αναπνοή, και παράγει ιδρώτα για να ρυθμίσει τη θερμοκρασία του με την ψύξη που προκαλεί η εξάτμισή του.
Επιπλέον, σε συνθήκες αυξημένης θερμοκρασίας διαστέλλονται τα επιφανειακά αιμοφόρα αγγεία, ώστε το αίμα να μπορέσει να ψυχθεί καλύτερα μέσα από το δέρμα, που όπως είπαμε ψύχεται με την εξάτμιση του ιδρώτα.
Έτσι, δεν είναι περίεργο που όσο πιο ξηρός είναι ο αέρας, δηλαδή όσο λιγότερη υγρασία περιέχει, τόσο πιο εύκολα εξατμίζεται ο ιδρώτας και τόσο πιο αποτελεσματική είναι η ψύξη του δέρματος, άρα και του σώματος.
Για τον λόγο αυτό υπάρχουν πίνακες που συνδυάζουν τη θερμοκρασία με την υγρασία, και δείχνουν ποιοί συνδυασμοί είναι πιο αποτελεματικοί (comfort zone) για να νοιώθει ο άνθρωπος άνετα με το περιβάλλον του, και ποιοί είναι δυσμενέστεροι.
Και συμβαίνει, σε περιοχές ερήμου με υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος αλλά με πολύ χαμηλή υγρασία, η αίσθηση να μην είναι δυσάρεστη καθώς ο ιδρώτας εξατμίζεται αμέσως.



Ζώνες μεγαλύτερης ή μικρότερης θερμικής καταπόνησης, σε σχέση με τον συνδυασμό θερμοκρασίας / σχετικής υγρασίας. Κάτω αριστερά με μωβ χρώμα, η ζώνη άνεσης, ενώ τα βέλη δείχνουν ποιός συνδυασμός ισχύει σε τρείς τυπικές περιοχές της Β. Αμερικής.

Ένας πίνακας που δείχνει τον ιδανικό συνδυασμό θερμοκρασίας και υγρασίας για την ευεξία και υγεία του ανθρώπου (μπλε περιοχή). Χαμηλότερη υγρασία (μωβ), δημιουργεί δερματικούς και αναπνευστικούς ερεθισμούς καθώς και έντονα προβλήματα από στατικά ηλεκτρικά φορτία, ενώ υψηλότερη υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη ακάρεων (mites) και μούχλας (mould) στο περιβάλλον.

Από την άλλη πλευρά, όταν ο αέρας είναι ψυχρός, η επίδρασή του ανέμου δημιουργεί αίσθηση εντονότερου ψύχους, καθώς ο άνεμος απομακρύνει γρήγορα το ακίνητο στρώμα αέρα που σχηματίζεται γύρω από το σώμα μας και έχει θερμανθεί κάπως απ’ αυτό.
Αυτό είναι εύκολο να το καταλάβουμε καθώς ξέρουμε ότι τα ψυγεία των αυτοκινήτων για παράδειγμα που πρέπει να αποβάλουν τη θερμότητα του κινητήρα, είναι τόσο πιο αποτελεσματικά, όσο πιο γρήγορα κινείται το αυτοκίνητο.

Ο άνεμος όμως στο ανθρώπινο σώμα έχει και μια άλλη ψυκτική επίδραση, καθώς προκαλεί πιο έντονη εξάτμιση του ιδρώτα (που έστω και ελάχιστος πάντα υπάρχει στο δέρμα), ακόμα και κάτω από στρώματα ρούχων.
Έτσι υπάρχει ένας αντίστοιχος πίνακας (chill factor), που δείχνει πόσο πιο ψυχρό νοιώθουμε τον αέρα, όταν υπάρχει και άνεμος.

 Ο πίνακας που δείχνει την επίδραση του ανέμου στην αίσθηση θερμοκρασίας που μας δίνει ο αέρας.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η ψυκτική επίδραση του νερού είναι 800 φορές πιο έντονη από τον αέρα, γι’ αυτό σε περίπτωση που κάποιος βραχεί σε ψυχρό περιβάλλον είναι απαραίτητο να αλλάξει αμέσως τα βρεγμένα ρούχα του με στεγνά.
Αν όμως εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο νερό, θα πρέπει να κρατήσει όσα περισσότερα ρούχα μπορεί (φορώντας βέβαια σωσίβιο), καθώς έτσι μειώνεται η ανταλλαγή του νερού που βρίσκεται σε επαφή με το σώμα, και δημιουργείται μια στιβάδα λιγότερο κρύου νερού κοντά στο σώμα (έτσι λειτουργούν και οι ελαστικές στολές των δυτών).
Στην περίπτωση αυτή, δεν πρέπει να ξεχνάμε να έχουμε καλυμμένο και το κεφάλι, από το οποίο χάνεται σημαντικό ποσοστό θερμότητας.

Τελικά, οι ήπιες θερμοκρασίες και τα μέσα ποσοστά υγρασίας δημιουργούν τις καλύτερες συνθήκες για τον άνθρωπο, και δεν μπορούμε να ισχυριστούμε όπως λέει το γνωστό ανέκδοτο, ότι όταν έχουμε το ένα χέρι στη φωτιά και το άλλο στον πάγο, κατά μέσο όρο θα πρέπει να νιώθουμε πολύ καλά!

*Αν θέλουμε να κάνουμε μόνο αφύγρανση του αέρα, αρκεί μετά την ψύξη του και την αφαίρεση μέρους του νερού που περιέχει, να τον ξαναθερμάνουμε.

Γ. Μεταξάς

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

- ΟΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΕΣ ΛΙΘΟΓΡΑΦΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΓΙΑΣ



Στην έρευνα για την ιστορία των Μάγιας, μια σειρά εκπληκτικών λιθογραφιών των ερειπίων των κτισμάτων τους στα μέσα του 19ου αιώνα, βοήθησε καθοριστικά τόσο την ανάπτυξη παγκόσμιου ενδιαφέροντος για τον πολιτισμό τους, όσο και σαν μέτρο σύγκρισης για μεταγενέστερες αποστολές σχετικά με την επίδραση του περιβάλλοντος επάνω τους.
Οι λιθογραφίες αυτές προέκυψαν από τα σκίτσα του αρχιτέκτονα F. Catherwood, που μαζί με τον δικηγόρο και συγγραφέα J. L. Stephens εξερεύνησαν τη ζούγκλα της Ονδούρας και της χερσονήσου του Yucatan σε δύο αποστολές, την πρώτη το 1839-40 και τη δεύτερη το 1841.

Ο χάρτης της περιοχής που κυρίως κινήθηκαν οι εξερευνητές, στη χερσόνησο του Yucatan.

Το δίδυμο υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένο, καθώς συνδύαζε την συγγραφική ικανότητα του Stephens την καλλιτεχνική δεινότητα του Catherwood, και είχε σαν αποτέλεσμα την έκδοση δύο ταξιδιωτικών ημερολογίων, του «Incidents of Travel in Central America, Chiapas and Yucatan» που εκδόθηκε το 1841, και του «Views of Ancient Monuments in Central America, Chiapas and Yucatan» που εκδόθηκε το 1844, το δεύτερο σε 300 αντίτυπα.
Το πρώτο ημερολόγιο περιείχε λιθογραφίες από σκίτσα του Catherwood από την επίσκεψή τους στις πόλεις Palenque, Ouiriqua και Uxmal, ενώ το δεύτερο 25 έγχρωμες λιθογραφίες από υδατογραφίες του ίδιου από τις διάφορες περιοχές που είχαν επισκεφθεί, ιδιαίτερα τις ερειπομένες πόλεις των Μάγιας Uxmal, Kabah, Labna και Sayil.

Η Τύρινθα, σχέδιο του Catherwood, από την επίσκεψή του στην Ελλάδα.

Ο Stephens γεννήθηκε το 1805 στο New Jersey των ΗΠΑ, αλλά σύντομα η οικογένειά του μετακόμισε στη Ν. Υόρκη.
Αν και σπούδασε νομικά, η αγάπη του για την περιπέτεια τον ώθησε σ’ ένα ταξίδι στην Αίγυπτο και Μέση Ανατολή, μεταξύ των ετών 1834 -1836.
Το 1839 επεδίωξε την τοποθέτησή του σαν πρεσβευτής στην περιοχή της Κεντρικής Αμερικής για να περιηγηθεί μαζί με τον Catherwood, τον οποίο είχε γνωρίσει το 1836 στο Λονδίνο, στις ζούγκλες της τότε Βρετανικής Ονδούρας και της χερσονήσου του Yucatan, αναζητώντας τα ίχνη του πολιτισμού των Μάγιας.
Ο Stephens μάλιστα κατάφερε να αγοράσει τα ερείπια του Copan για το ποσό των 50 δολαρίων, με σκοπό να τα μεταφέρει τμηματικά στις ΗΠΑ, κάτι που όμως ποτέ δεν πραγματοποίησε.
Το 1841 το δίδυμο επανέλαβε την εξερεύνηση, αυτή τη φορά στη χερσόνησο του Yucatan, όπου επισκεύτηκαν συνολικά τα ερείπια 44 αρχαίων πόλεων των Μάγιας.
Ο Stephens αργότερα ασχολήθηκε με την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου στην Κεντρική Αμερική, σαν πρόεδρος της εταιρείας που συστήθηκε για τον σκοπό αυτό, αλλά ένα ατύχημα με άλογο από το οποίο ποτέ δεν ανάρρωσε τελείως και προβλήματα με το συκώτι του από ελονοσία, οδήγησαν στον θάνατό του το 1852.

Ο Catherwwood ήταν Άγγλος αρχιτέκτονας και καλλιτέχνης, που συνεργάστηκε με τον Stephens στην εξερεύνηση του πολιτισμού των Μάγιας.
Νωρίτερα (1824 – 1832), ο Catherwood είχε ταξιδέψει στη Μεσόγειο, επισκεπτόμενος την Ελλάδα, Τουρκία, Αίγυπτο και Παλαιστίνη, σχεδιάζοντας πολλά από ιστορικά τους ερείπια.
Όταν γνώρισε τον Stephens το 1836 στο Λονδίνο, αποφάσισαν μια κοινή αποστολή για τη μελέτη του πολιτισμού των Μάγιας στην Κεντρική Αμερική και την αποτύπωση των ερειπίων του, με σκοπό, μεταξύ άλλων να αποδείξουν ότι ο πολιτισμός αυτός ήταν αυτόχθων και όχι μεταφύτευση παλαιότερου Ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Σκίτσο από την Uxmal.

 
 Σκίτσα από την Copan

Σκίτσο από την Tulum.

Σκίτσο από την Chichen Itza.

Αργότερα ο Catherwood μετακόμισε στο San Francisco για να ασχοληθεί με το εμπόριο, αλλά το 1854 το ατμόπλοιο που τον μετέφερε σ’ ένα ταξίδι του από το Λίβερπουλ στη Νέα Υόρκη ναυάγησε, και ο Catherwood ήταν ανάμεσα στα θύματα.
Οι εκδόσεις των ταξιδιωτικών ημερολογίων των δύο εξερευνητών ανανέωσαν το εδιαφέρον του κοινού για τον πολιτισμό των Μάγιας, ο οποίος πλέον επιβεβαιώθηκε σαν αυτοτελής, ενώ όπως προαναφέρθηκε, τα λεπτομερή και ακριβέστατα σχέδια του Catherwood (δεδομένων και των δύσκολων συνθηκών που πραγματοποιήθηκαν, παρόλη τη χρήση της τεχνικής της camera lucida), αποτέλεσαν το μέτρο σύγκρισης για να διαπιστωθούν οι αναπόφευκτες φθορές που υπέστησαν τα μνημεία των Μάγιας στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τη σύγχρονη εποχή. 
 
Χρήση της camera lucida, μιας απλής οπτικής συσκευής η οποία επιτρέπει στον καλλιτέχνη να βλέπει την εικόνα επάνω στην επιφάνεια του χαρτιού, ώστε να αποτυπώνει τις λεπτομέρειες με μεγάλη ακρίβεια. 
 
Σημείωση: Ο πολιτισμός των Μάγιας, σύμφωνα με τα νεώτερα ευρήματα και θεωρίες, κατέρρευσε μεταξύ του 9ου και 10ου αιώνα μΧ, σαν αποτέλεσμα παρατεταμένης ξηρασίας στην περιοχή τους.

Γ. Μεταξάς

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

- ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Η ΨΥΧΡΗ ΣΥΝΤΗΞΗ?



Η Ψυχρή Σύντηξη είναι η προσπάθεια για επίτευξη Σύντηξης Υδρογόνου (ειδικότερα του ισοτόπου του, Δευτερίου) σε θερμοκρασία όχι πολύ μεγαλύτερη του περιβάλλοντος και με μία σχετικά απλή εγκατάσταση, με στόχο την παραγωγή αξιοποιήσιμης θερμικής ενέργειας.
Με Θερμή Σύντηξη «λειτουργεί» ο Ήλιος, ο οποίος καταφέρνει να ισορροπίσει με επιτυχία τις προς τα έξω πιέσεις που δημιουργεί η ενέργεια της Σύντηξης, με τις προς τα μέσα πιέσεις που δημιουργεί η βαρύτητά του.

Οι πυρήνες των τριών βασικών ισοτόπων του Υδρογόνου: του Πρωτίου (το κανονικό μόριο του Υδρογόνου), του Δευτερίου και του Τριτίου. Το Δευτέριο περιέχεται αντί Πρωτίου στα μόρια του κανονικού νερού σε ποσοστό περίπου 120 ppm, ενώ το Tρίτιο σε ίχνη.

Η Σύντηξη, αποτελεί σήμερα το Ιερό Δισκοπότηρο της επιστήμης, καθώς εφόσον επιτευχθεί, αναμένεται να λύσει το παγκόσμιο ενεργειακό πρόβλημα άπαξ δια παντός.
Βέβαια η Θερμή Σύντηξη έχει επιτευχθεί από το 1952 στη μορφή της βόμβας Υδρογόνου (θερμοπυρηνική), η οποία όμως προφανώς είναι τελείως ακατάλληλη για ειρηνικές εφαρμογές.
Ο λόγος, είναι το απαραίτητο «έναυσμα», που είναι μια θερμοκρασία της τάξης των αρκετών εκατομμυρίων βαθμών Κελσίου και η αντίστοιχη πίεση, που εύκολα δημιουργείται σε ένα θερμοπυρηνικό όπλο «σκάζοντας» μια πυρηνική βόμβα Σχάσης (ουρανίου ή πλουτωνίου) κατ’ αρχήν, ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες για τη Σύντηξη στη συνέχεια.
Εάν τελικά γίνει δυνατόν να επιτευχθεί ελεγχόμενη Σύντηξη, θα λυθούν τα δύο σημαντικότερα προβλήματα των σημερινών ορυκτών και των πυρηνικών καυσίμων, δηλαδή η πεπερασμένη τους ποσότητα, η μόλυνση του περιβάλλοντος (από ατυχήματα μεταφοράς ή την καύση τους) και το φαινόμενο του θερμοκηπίου για τα πρώτα, και η ραδιενεργή μόλυνση σε περίπτωση ατυχήματος και τα ραδιενεργά απόβλητα, για τα δεύτερα.

Η καρδιά της εγκατάστασης ITER, ο «σαμπρελοειδής» θάλαμος μέσα στον οποίο δημιουργείται ένα πλάσμα Δευτερίου που κρατιέται μακριά από τα τοιχώματα με ισχυρά μαγνητικά πεδία. Το απαιτούμενο όμως πολύ υψηλό κενό μέσα στον θάλαμο δυσκολεύει σημαντικά την απαγωγή της παραγόμενης θερμότητα για αξιοποίηση. Η εξωτερική διάμετρος του θαλάμου είναι 30 μέτρα!

Μέχρι σήμερα, οι καλύτερες προσπάθειες για επίτευξη Σύντηξης απαιτούν πολύπλοκες και πανάκριβες εκαταστάσεις πολλαπλών και πανίσχυρων laser, πολύ ισχυρά μαγνητικά πεδία και απόλυτο κενό, και παρόλα αυτά έχουν κατορθώσει μόλις και μετά βίας να εξασφαλίσουν το ισοζύγιο της εισαγόμενης στο σύστημα με την παραγόμενη ενέργεια, αποτελώντας τελικά ένα πολύ ενδιαφέρον επιστημονικό πείραμα, αλλά όχι μονάδα παραγωγής ενέργειας.
Αυτή τη στιγμή (Ιούλιος 2016) βρίσκεται υπό κατασκευή στη νότια Γαλλία ένα εργοστάσιο Σύντηξης με το ακρωνύμιο ITER, το πρώτο που εκτιμάται ότι θα έχει τη δυνατότητα σαφώς θετικού ισοζυγίου ενέργειας το 2027 που θα λειτουργήσει κανονικά, αλλά και πάλι σαν «proof of concept» και όχι για την παραγωγή βιομηχανικής ενέργειας, και με κόστος (προς το παρόν, γιατί συνεχώς ανεβαίνει) 20 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι Fleischmann και Pons το 1989.

Με αυτά τα δεδομένα, έπεσε σαν βόμβα η ανακοίνωση τον Μάρτιο του 1989 από δύο επιστήμονες, τον Μartin Fleischmann και τον Stanley Pons,  ότι πέτυχαν Σύντηξη σε θερμοκρασία περιβάλλοντος και μάλιστα με πολύ απλή διάταξη.
Αυτό είναι κάπως αντίστοιχο με το να επιτευχθεί υπεραγωγιμότητα σε θερμοκρασία δωματίου, αντί της πολύ χαμηλής θερμοκρασίας που είναι απαραίτητη σήμερα και  απαιτεί τη χρήση είτε έτοιμου υγρού άζωτου, είτε εγκατάστασης συνεχούς παραγωγής του.
Μάλιστα, το αμέσως προηγούμενο βήμα (για την υπεραγωγιμότητα) είχε γίνει το 1986 με την κατασκευή υλικών που γίνονταν υπεραγωγοί σε θερμοκρασίες που μπορούσαν να επιτευχθούν με υγρό άζωτο (-135 C), αντί των κλασικών υλικών που χρειάζονταν την ψυκτική ικανότητα (-243 C) του πολύ πιο απαιτητικού σε εγκαταστάσεις υγρού ηλίου.

H ιδέα για την Ψυχρή Σύντηξη υπάρχει πάντως από το 1920 (την «τρομερή δεκαετία» της σύγχρονης Φυσικής), ότι δηλαδή η σύντηξη πυρήνων Υδρογόνου (το Δευτέριο ανακαλύφθηκε μόλις το 1932) θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε θερμοκρασία περίπου περιβάλλοντος, παρουσία ενός καταλύτη.

Η αρχή της συσκευής των Fleischmann / Pons. Ουσιαστικά πρόκειται για μια κλασική συσκευή ηλεκτρόλυσης νερού με κάθοδο από το σπάνιο μέταλλο Παλλάδιο (Pd), ενώ η άνοδος είναι από Πλατίνα). Ο ηλεκτρολύτης είναι Βαρύ Ύδωρ (νερό που στο μόριό του περιέχει Δευτέριο αντί κανονικό Υδρογόνο). Η ιδέα είναι ότι η ισχυρή προσρόφηση από το Παλλάδιο του Δευτερίου που ελευθερώνεται στην κάθοδο, θα το συμπίεζε αρκετά και θα αύξανε κατ’ αντιστοιχία την κινητική ενέργεια των μορίων του, ώστε κάποια απ΄αυτά να συντηχθούν σε ήλιο. Η όλη συσκευή είναι βυθισμένη σε θερμιδομετρικό δοχείο, για να μετριέται με ακρίβεια η εκλυόμενη ενέργεια. (Εικόνα: Pbroks 13).

Μία από τις υλοποιήσεις της προηγούμενης θεωρητικής διάταξης, η συγκεκριμένη από το ερευνητικό κέντρο του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ (SPAWAR).

Οι Fleischmann και Pons υπέθεσαν ότι η ισχυρή φυσική τάση του Παλλαδίου να απορροφά Δευτέριο (το Παλλάδιο απορροφά 900 φορές τον όγκο του σε Υδρογόνο, άρα το συμπιέζει με την ίδια αναλογία), θα κινητοποιούσε τα μόριά του αρκετά ώστε να συντηχθούν προς παραγωγή ηλίου.
Καθώς λοιπόν κάθε ηλεκτρόλυση νερού παράγει Υδρογόνο στην κάθοδο, εάν αντί Υδρογόνο παράγεται Δευτέριο, υπάρχει το ενδεχόμενο (μάλλον η ελπίδα, όπως αποδείχθηκε) ένα μικρό μέρος του να συντηχθεί μέσα στο Παλλάδιο προς ήλιο, παρότι η μεγαλύτερη ποσότητα θα διέφευγε στην ατμόσφαιρα.
Το πείραμα διαρκεί αρκετές ημέρες, μέσα σε θερμιδόμετρο ώστε να μετριέται η (ενδεχομένως) παραγόμενη ενέργεια, ενώ το Βαρύ Ύδωρ πρέπει να συμπληρώνεται περιοδικά.
Συνήθως η θερμοκρασία του ηλεκτρολυτικού κελιού που μετρούσαν οι Fleischmann και Pons παρέμενε σταθερή γύρω στους 30 C, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις σύμφωνα με τους ίδιους, μέτρησαν αύξησή της στους 50 C, καθώς και εκπομπή νετρονίων και ιχνών Τριτίου, ενδεικτικών φαινομένων κατά την άποψή τους ενός θετικού ισοζυγίου ενέργειας για το πείραμα.

Το πρόβλημα όμως ήταν ότι καμμία άλλη ομάδα επιστημόνων (και υπήρξαν πολλές που προσπάθησαν) δεν μπόρεσε να επαναλάβει και να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα, κάτι που είναι βασική προϋπόθεση για να έχει ένα πείραμα επιστημονική αξία.
Επιπλέον, οι περισσότεροι επιστήμονες δεν θεωρούσαν την εξήγηση που έδιναν οι Fleischmann και Pons για τη (ενδεχόμενη) λειτουργία της συσκευής τους, επαρκώς τεκμηριωμένη.
Το αρχικό πείραμα είχε χρηματοδοτηθεί από τους ίδιους τους ερευνητές με 100 χιλιάδες δολάρια, αλλά όταν μετά έναν μήνα από την αρχική δημοσίευση του πειράματος το πανεπιστήμιο της Utah στο οποίο εργάζονταν ο Pons ζήτησε 25 εκατομμύρια  δολάρια από το Κογκρέσο για τη συνέχισή των πειραμάτων, υπήρξε άρνηση.

Το Time της εποχής, σχολιάζοντας μάλλον απαισιόδοξα και ειρωνικά τον θόρυβο γύρω από την Ψυχρή Σύντηξη.

Την 1η Μαΐου 1989, σε συνέδριο της Αμερικανικής Ένωσης Φυσικών για την Ψυχρή Σύντηξη, οι οκτώ από τις εννέα ομιλίες είχαν σαφώς αρνητική τοποθέτηση, ενώ η μία απέφευγε να πάρει θέση.
Παρόλα αυτά, τον Αύγουστο του ίδιου έτους το πανεπιστήμιο της Utah χρηματοδότησε με 4.5 εκατομμύρια δολάρια την ίδρυση ενός Ινστιτούτου για περαιτέρω έρευνα στο πεδίο αυτό.
Η «ταφόπλακα» όμως για την επίσημη έρευνα μπήκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους σε συνέδριο του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, που κατέληξε ότι τα αποτελέσματα δεν ήταν πειστικά.
Οι Fleischmann και Pons πάντως δεν το έβαλαν κάτω, και τον Ιανουάριο του 1991 πέτυχαν συνεργασία με την Toyota για να συνεχίσουν την έρευνά τους σε εργαστήριο στη Γαλλία, αλλά το 1998 και μετά από 12 εκατομμύρια δολάρια που ξοδεύτηκαν, η συνεργασία και η έρευνα σταμάτησε.
Το 2004 εξετάστηκε επίσημα στις ΗΠΑ το ενδεχόμενο να επανεκκινήσει η έρευνα για το θέμα, αλλά δεν προέκυψαν αρκετά νέα στοιχεία που να δικαιολογούσαν κάτι τέτοιο.
Σήμερα, κάποιες ανεξάρτητες ομάδες συνεχίζουν την έρευνα στον τομέα της Ψυχρής Σύντηξης, με ορισμένους δημοσιογραφικούς κύκλους να δίνουν και τις αναπόφευκτες «συνωμοσιολογικές» ερμηνείες για την αποτυχία της, το απλό γεγονός όμως παραμένει ότι ήταν ένα πολύ αισιόδοξο σενάριο για να είναι αληθινό. 

YΓ. Σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συνέχειες της ιστορίας, εμπλέκεται και μία εταιρεία κυπριακών συμφερόντων, η «Δευκαλίων», η οποία το 2011 και με τη συνεργασία του Ιταλού επιστήμονα Andrea Rossi επιδίωξε να ξεκινήσει στην Ελλάδα την κατασκευή μονάδων παραγωγής ενέργειας ισχύος μερικών δεκάδων kW, με μέθοδο βασισμένη στις γενικές αρχές της Ψυχρής Σύντηξης αλλά με τη χρήση Νικελίου αντί Παλλαδίου.

Η επένδυση τελικά δεν υλοποιήθηκε και μάλιστα στη συνέχεια διακόπηκε και η συνεργασία με τον Α. Rossi, ο οποίος προχώρησε μόνος του στην παραγωγή των δικών του μονάδων παραγωγής ενέργειας, με το όνομα E-cat.

Βέβαια, τα αποτελέσματα εξακολουθούν να παραμένουν αμφιλεγόμενα, αλλά μάλλον μέχρι το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας η κατάσταση θα ξεκαθαρίσει. 

Συστήματα ανάκτησης θερμικής ενέργειας χαμηλής θερμοκρασίας. 
Αν και όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν πρέπει να περιμένουμε πολλά από τον τομέα της Ψυχρής Σύντηξης, υπάρχει ενδιαφέρουσα δραστηριότητα στον τομέα της έρευνας για την αξιοποίηση θερμικής ενέργειας χαμηλής θερμοκρασίας.
Είναι γνωστό, ότι οι θερμικοί κινητήρες των αυτοκινήτων σπαταλούν το 70 % της θερμικής ενέργειας του καυσίμου τους, ενώ ακόμα και για τα μεγάλα θερμικά εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής το νούμερο αυτό είναι γύρω στο 50 %.
Αυό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι για τεχνικούς λόγους δεν μπορεί να επιτευχθεί πολύ χαμηλή θερμοκρασία καυσαερίων, πράγμα που αφήνει μεγάλα περιθώρια εξοικονόμησης ενέργειας, εφόσον έστω και το 50 % αυτής της ενέργειας χαμηλής θερμοκρασίας θα μπορούσε να ανακτηθεί και αξιοποιηθεί.
Να σημειωθεί εδώ ότι αυτό σήμερα ήδη γίνεται, μόνο όμως στις περιπτώσεις που υπάρχει η δυνατότητα να αξιοποιηθεί η ενέργεια χαμηλής θερμοκρασίας των εργοστασίων σε τηλεθέρμανση, ή των αυτοκινήτων στο καλοριφέρ τους.
Υπάρχει συνεπώς πολύ μεγάλο περιθώριο εξοικονόμισης ενέργειας, και δύο από τα πλέον ελπιδοφόρα συστήματα (στο ερευνητικό στάδιο προς το παρόν) που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη θερμική ενέργεια χαμηλής θερμοκρασίας (θερμοκρασία χαμηλότερη από 100 C), αναφέρονται στη συνέχεια.

Το πρώτο σύστημα είναι του πανεπιστημίου του Yale και χρησιμοποιεί «μεμβράνη νανοφυσαλίδων», μία μέθοδο που αξιοποιεί τις ιδιότητες ορισμένων υδρόφοβων νανοϋλικών να παγιδεύουν μικροφυσαλίδες αέρα.
Στην περίπτωση αυτή όμως πρόκειται για ατμό που παράγεται από τη θερμότητα προς αξιοποίηση, που ταξιδεύει μέσα από τη μεμβράνη στην άλλη πλευρά της όπου και συμπυκνώνεται, δημιουργώντας μια σημαντική διαφορά πίεσης.
Η διαφορά πίεσης αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κίνηση ενός στροβίλου που κατά τα γνωστά θα κινεί μια γεννήτρια και θα παράγει ηλεκτρική ενέργεια (σχέδιο κάτω).

Το δεύτερο σύστημα των πανεπιστημίων Stanford – MIT βασίζεται στο «θερμογαλβανικό φαινόμενο», σύμφωνα με το οποίο ένας ξεφόρτιστος συσσωρευτής με ηλεκτρόδια από ειδικά (και διαφορετικά μεταξύ τους) κράμματα χαλκού, αρχικά θερμαίνεται στους 60 C, μετά φορτίζεται με ρεύμα, ενώ στη συνέχεια ψύχεται στη θερμοκρασία περιβάλλοντος.
Κατόπιν είναι έτοιμος να χρησιμοποιηθεί, παρέχοντας αρκετά μεγαλύτερη ποσότητα ηλεκτρισμού από αυτή που χρειάστηκε για να φορτιστεί, και μετατρέποντας με τον τρόπο αυτό ένα ποσοστό της τάξης του 50 % της θερμότητας που δαπανήθηκε για τη θέρμασή του, σε ηλεκτρισμό.
Αυτό αποτελεί μία σημαντική βελτίωση της απόδοσης σε σχέση με ένα κοινό θερμοηλεκτρικό στοιχείο, που και αυτό ουσιαστικά μετρέπει θερμότητα σε ηλεκτρισμό, αλλά με πολύ χαμηλότερη απόδοση και αρκετά υψηλότερο κόστος.

Γ. Μεταξάς